Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Αγέλαστος πέτρα


Στις θάλασσες του κόσμου. Οι άνθρωποι κολυμπούν ακίνητοι. Νομίζεις ότι είναι σκαλισμένοι στον βυθό. Κανείς τους δεν μιλάει, έχουν γίνει βοτσαλάκια. Μαζεύω μερικούς και τους βάζω στο βάζο. Για να τους έχω. Ο ήλιος που καίει, τους κάνει γυαλιστερούς. Ανυπόφορους. Οικογένειες από πέτρες μεγαλώνουν κάτω από τα μάτια μου, εργάζονται σαν τα μυρμήγκια. Θέλουν να αγοράσουν φωνή. Ούτε τους εαυτούς τους δεν μπορούν να χωρέσουν. Κρατάω το σπαθί. Καλύτερα να κόψω το χέρι μου. Τα χέρια μου.

Οι πέτρες δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. Δεν έχουν ηθική, μνήμη, συνείδηση. Φορούν ένα δέρμα που το λένε σκληρότητα· να τις προστατεύει. Είναι αγέλαστες. Λυπημένες. Αφωνες. Η φωνή απαιτεί για τον εαυτό της ένα στοιχείο αθωότητας. Δεν το έχουν. Δεν θα συνηθίσω ποτέ.

Εκαναν χώρους για καπνιστές και δεν πρόβλεψαν χώρους επαφών, χώρους αγγιγμάτων, οι επαφές απαγορεύονται. Νύχτα στην Ιπποκράτους, οι άνθρωποι περπατούν μόνοι, χωρίς σκιά. Πόσα χρόνια μοναξιάς; Εκατό; Οχι, αυτό είναι βιβλίο του Μάρκες. Πάντως, πολλά. Ενας τυφλός προσπαθεί να περάσει τη διάβαση, δεν τον βοηθάει κανείς. Το άσπρο μπαστούνι του φωτίζει τη νύχτα, χτυπάει το κράσπεδο. Τακ τακ. Ενας περαστικός σκύλος που ψάχνει το ταίρι του τον ακούει και του γλείφει το πόδι. Θα τον οδηγήσει αυτός. Τώρα που πέθαναν τα ζευγάρια, αλλάζει και η γραμματική. Τα πρόσωπα. Πώς είναι το εμείς στον ενικό;

Τα όρια ανάμεσα στη ζωή σου και στη ζωή για την οποία γράφεις είναι ασαφή. Οταν αρχίζουν και αποσαφηνίζονται, κάτι δεν πάει καλά. Ή η ζωή σου ή αυτό που γράφεις. Η νύχτα γδέρνει τον κόσμο, γδέρνει τα χείλη μου, γδέρνει το μέλλον. Επιβάλλει τον δικό της νόμο, του σκοταδιού. Περνάς ή έρχεσαι; Χωρίς εσένα δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει απόδειξη ζωής. Το κοντέρ μηδενίζει. Πώς μπορούν να ξεχνούν οι άνθρωποι την απόδειξη ότι ζούν; Γιατί έγιναν πέτρες;

Ενα παιδάκι περνάει από μπροστά μου, έχει μεγάλα φωτεινά μάτια που χωρούν μέσα τους όλη την αγάπη του κόσμου. Θα μου πεις γιατί είμαστε μόνο στιγμές; Είμαι μικρούλι ακόμα, δεν ξέρω, μου απαντά. Κι εγώ είμαι μικρούλι, αλλά όχι ακόμα. Πια. Είμαι μικρούλι πια. Ο καιρός των μεγάλων πέρασε. Θα με πάρεις μαζί σου;

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

γιατί όπως λέει ο Ελύτης:


Μπροστά στη ράχη της Σερίφου, όταν ανεβαίνει ο ήλιος, τα πυροβόλα όλων των μεγάλων κοσμοθεωριών παθαίνουν αφλογιστία. Ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και μερικές πέτρες -κάτι παράλογο ίσως, παρ' όλα αυτά ικανό να φέρει τον άνθρωπο στις πραγματικές του διαστάσεις.Επειδή τι άλλο θα του ήταν πιο χρήσιμο για να ζήσει? Αν του αρέσει να ξεκινά λάθος είναι γιατί δε θέλει να ακούσει.

Ερήμην του το Αιγαίο λέει και ξαναλέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια, με το στόμα του φλοίσβου, σ' ένα μήκ
ος ακτών απέραντο: αυτός είσαι!

Και το επαναλαμβάνει το χρώμα του φύλλου της συκιάς επάνω στον ουρανό, το συλλαμβάνει και κλείνει την γροθιά του το ρόδιώσπου να σκάσει, το κανοναρχάνε τα τζιτζίκια ώσπου να γίνουν διάφανα. Ο Θάνατος μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο σωστός,θέλω να πω λιγότερο ή περισσ
ότερο ένας χαμός ανεπανόρθωτος, ανάλογα με τον τρόπο που θα τον δεχθείς. Η δύναμη κι ο αριθμός ανέκαθεν μας εμποδίσανε να αποδεχτούμε τη μόνη δικαιοσύνη, που είναι μια "ακριβής στιγμή", ή τη μόνη ηθική, που δεν είναι παρά μια συνεχής αναγωγή στο πιο απλουστευτικό είναι μας.

Την απέραντη απόσταση που χωρίζει ένα κυκλαδικό εδώλιο από ένα βότσαλομας είναι αδύνατον να την επιμετρήσουμε με την ίδια ευκολία που τοκάνουμεγια ολόκληρες εκατονταετίες φωτός. Αλλ' αυτό ακριβώς αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα μας και γι αυτό συναγωνιζόμαστε απεγνωσμένα τη γνώση. Όμως το μερίδιο των θεών, αν υπάρχει κάπου έξω από τις θρησκείες,είναι βέβαια μια χάρις. Ένας γλάρος με ζυγιασμέν
α φτερά πάνω από μιαν απέραντη κυανή έκταση.

Προσποιούμαστε ότι τον σβήνουμε, ότι βρήκαμε αυτόν τον σβηστήρα. Και ύστερα? Εκείνος, την επαύριο της οριστικής μας απώλειας,συνεχίζεται. Δυο άγνοιες που δεν αγγίζονται αλλά που θα μπορούσαν αυτοστιγμεί να γεννήσουν φως. Τι κρίμα!


[....]


Και ο επίλογος:

Ένας άνθρωπος που ξυπνά τα χαράματα μπροστά σ' ένα λιμανάκι μωβ κι εύχεται να μην είχε μάθει ποτέ του γράμματα -τι θαύμα! Κατεβαίνει στο βραχάκι να λύσει τη βάρκα. Σε λίγο η μια ράχη του βουνού κοκκινίζει. Όπου να' ναι θα φανεί ο Κούρος, και πίσω του οι γραμμές των άλλων νησιών, το ξεφόρτωτο τρεχαντήρι, ένας Προφήτητς Ηλίας. Ύστερα, θα σβήσουν όλα και θα μείνει το μελαχρινό, καθάριο πρόσωπο με τα μεγάλα μάτια, που είναι οψαράς με το πανέρι του, ο σημερινός σου γείτονας, αλλά συνάμα και ο παντοτινός Αλιέας των θησαυρών -και των ανθρώπων"


Οδυσσέα Ελύτη - Σχέδιο για μιαν εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου
Από τη Συλλογή "Εν λευκώ", Εκδόσεις Ικαρος